Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Κραυγή απόγνωσης στο Γκουαντάναμο


Πόνος, εξαθλίωση, βασανιστήρια. Αυτή είναι η ζωή μέσα στις φυλακές του Γκουαντάναμο, όπως τη διηγείται ένας από τους κρατούμενού της.
Ο Samir Naji al Hasan Moqbel, ο οποίος κρατείτε στη φυλακή του Γκουαντάναμο από το 2002, είπε τη δική του, δραματική ιστορία, μέσω τηλεφώνου, με τη βοήθεια Άραβα διερμηνέα, στον δικηγόρο του.

«Ένας άνθρωπος είναι εδώ δίπλα μου και ζυγίζει μόλις 35 κιλά. Ένας άλλος 45 κιλά. Το τελευταίο πράγμα που ξέρω για αυτούς, είναι πως ζύγιζαν 68 κιλά. Αλλά αυτό, ίσχυε πριν ένα μήνα.
Κάνω απεργίας πείνας από τις 10 Φεβρουαρίου έχω χάσει πάνω από 15 κιλά. Δεν θα φάει, μέχρι να αποκατασταθεί η αξιοπρέπειά μου. Κρατούμε, ήδη, στις φυλακές του Γκουαντάναμο, για 11 χρόνια και τρεις μήνες. Ποτέ δεν καταδικάστηκα για κάποιο έγκλημα. Ποτέ μου δεν δικάστηκα.
Θα μπορούσα να έχω πάει σπίτι μου πριν από χρόνια –κανείς δεν σκέφτεται στα σοβαρά ότι είμαι επικίνδυνος- αλλά βρίσκομαι ακόμη εδώ. Πριν χρόνια, ο στρατός είπε πως ήμουν «φρουρός» του Οσάμα Μπιν Λάντεν, αλλά αυτό είναι μια ανοησία, κάτι που μοιάζει να έχει βγει από τις αμερικανικές ταινίες που συνήθιζα να βλέπω. Δεν μοιάζουν να το πιστεύουν ακόμη. Αλλά, ταυτόχρονα, δεν μοιάζουν να «σκάνε» για το πόσο καιρό έχω περάσει μέσα στη φυλακή και για πόσο καιρό θα μείνω ακόμη εδώ μέσα.
Όταν ήμουν στην πατρίδα μου την Υεμένη, το 2000, ένας παιδικός που φίλος που είπε, πως στο Αφγανιστάν, θα μπορούσα να βγάλω πολύ περισσότερα χρήματα –από τα 50 δολάρια το μήνα που έβγαζα στο εργοστάσιο που δούλευα- ώστε να καταφέρω να στηρίξω την οικογένειά μου. Δεν είχα ταξιδέψει ποτέ ξανά στη ζωή μου, δεν ήξερα τίποτα για εκείνη τη χώρα, αλλά είπα να το δοκιμάσω για να έχω ένα καλύτερο μέλλον.
Έκανα τόσο μεγάλο λάθος που τον εμπιστεύτηκα. Δεν υπήρχε δουλειά εκεί. Ήθελα να φύγω, να γυρίσω πίσω, αλλά δεν είχα λεφτά για πετάξω πίσω. Μετά την αμερικανική εισβολή το 2001, πήγα στο Πακιστάν, όπως όλοι οι άλλοι. Τότε, οι Πακιστανοί με συνέλαβαν όταν τους ζήτησα να συναντήσω κάποιον από την Πρεσβεία της Υεμένης. Με έστειλαν στο Kandahar και από εκεί με έβαλαν στο πρώτο αεροπλάνο για το Γκουαντάναμο.
Τον περασμένο μήνα, στις 15 Μαρτίου, ήμουν άρρωστος, και με είχαν στο νοσοκομείο της φυλακής. Αρνιόμουν να φάω το ο,τιδήποτε. Τότε, οι άντρες των ERF (Ειδική Δύναμη Αντίδρασης) μπήκε στο δωμάτιο, με τον ειδικό εξοπλισμό αντιμετώπισης ταραχών. Μου έδεσαν τα χέρια και τα πόδια στο κρεβάτι. Εισήγαγαν, με το ζόρι, βελόνα με ορό. Πέρασα σε αυτή την κατάσταση πάνω από 26 ώρες, δεμένος στο κρεβάτι. Κατά τη διάρκεια αυτών των ορών, δεν επιτρεπόταν να πάω στην τουαλέτα. Μου έβαλαν έναν καθετήρα. Ήταν κάτι πολύ οδυνηρό, ταπεινωτικό και περιττό. Δεν με άφηναν ούτε να προσεύχομαι.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που μου πέρασαν τον σωλήνα από τη μύτη μου για να μπορώ να τρέφομαι. Δεν μπορώ να περιγράψω πόσο πολύ πόνεσε. Ο πόνος δεν σταμάτησε μόνο τη στιγμή τη εισαγωγής. Κάθε φορά που περνούσε η τροφή νόμιζα πως θα πέθανα από τον πόνο. Ήταν η πιο σκληρή τιμωρία που έχω δεχθεί ποτέ στη ζωή μου.
Ακόμη με ταΐζουν με το ζόρι. Δύο φορές την ημέρα, με δένουν σε καρέκλα. Τα χέρια μου, τα πόδια μου και το κεφάλι μου είναι ακινητοποιημένα. Ποτέ δεν ξέρω πότε θα εμφανιστούν για να το κάνουν αυτό. Κάποιες φορές, μπορεί να γίνει και μετά τις 11 το βράδυ. Με χτυπούν για ξυπνήσω και με υποβάλουν σε αυτή τη διαδικασία.
Κατά τη διάρκεια της, μου βάζουν στο στομάχι ένα σωλήνα, με διάμετρο περίπου τεσσάρων εκατοστών, για να μπορέσει να περάσει η τροφή μέσα σε αυτό. Ο πόνος είναι αβάσταχτος κάθε φορά. Επίσης, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος για την υγεία μου. Μετά από κάθε τέτοια στιγμή, φωνάζω τον γιατρό να μπορέσει να με διαβεβαιώσει πως όλα έγιναν σωστά. Τους παρακαλώ να σταματήσουν να το κάνουν, αλλά δεν με ακούν ποτέ. Πολλές φορές, στο τέλος της διαδικασίας, αυτό το «φαγητό» χύνεται στα ρούχα μου. Τους ζητώ να με καθαρίσουν αλλά δεν το κάνουν ποτέ. Τους ζητώ καινούργια, καθαρά ρούχα, και δεν μου δίνουν ποτέ. Είναι και το τελευταίο προπύργιο της αξιοπρέπειάς μου, και έχει πέσει και αυτό.
Αν, πάλι, αρνηθώ να κάτσω στην καρέκλα, εμφανίζεται η ειδική ομάδα. Και τότε, τα πράγματα δεν είναι καλά για κανέναν. Με δέρνουν, με βασανίζουν.
Ο λόγος που είμαι ακόμη εδώ, είναι επειδή ο Μπάρακ Ομπάμα, αρνείται να στείλει οποιονδήποτε κρατούμενο πίσω στην Υεμένη. Αυτό δεν έχει κανένα νόημα. Είμαι ένα ανθρώπινο ον και αξίζω να μου συμπεριφέρονται σαν ανθρώπινο ον. Δεν θέλω να πεθάνω εδώ, αλλά μέχρι να κάνει κάτι ο Ομπάμα και ο πρόεδρος της Υεμένης, κινδυνεύω κάθε μέρα.
Που είναι η κυβέρνηση της πατρίδας μου; Δεν πρέπει να κάνουν κάτι για να γυρίσω πίσω; Νομίζω πως δεν το θεωρούν ως κάτι απαραίτητο. Θα συμφωνήσω με οποιονδήποτε όρο και αν με αφήσουν ελεύθερο. Έχω φτάσει πια στα 35 μου χρόνια και θέλω να δω την οικογένειά μου. Εδώ, παίζουν κάθε μέρα με τις ζωές μας. Ελπίζω, πως, οι πόνοι που έχουμε γνωρίσει όλοι εδώ μέσα, θα κάνουν τον κόσμο να ευαισθητοποιηθεί, και να δει κατάματα το πρόβλημα της συγκεκριμένης φυλακής, πριν να είναι πολύ αργά».

Πηγή: orologion

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε τα σχόλια σας στα Ελληνικά και οχι σε greeklish.